επινοητός

ἐπινοητός, -ή, -όν (Α) [επινοώ]
1. κατανοητός, εύληπτος
2. αυτός που υπάρχει στον νου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπινοητόν — ἐπινοητός conceivable masc acc sg ἐπινοητός conceivable neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινοηταί — ἐπινοητής inventive person masc nom/voc pl ἐπινοητός conceivable fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινοητοῦ — ἐπινοητής inventive person masc gen sg ἐπινοητός conceivable masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινοητάς — ἐπινοητά̱ς , ἐπινοητής inventive person masc acc pl ἐπινοητά̱ς , ἐπινοητής inventive person masc nom sg (epic doric aeolic) ἐπινοητά̱ς , ἐπινοητός conceivable fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινοητήν — ἐπινοητής inventive person masc acc sg (attic epic ionic) ἐπινοητός conceivable fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.